Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

η μέρα που με γάμησε ο Τσαρλς Μπουκόφσκι

Κεφάλαιο 1ο: Η γνωριμία
Καθόμασταν σε αντικριστά τραπέζια. Το χωροταξικό ζήτημα προδιαθέτει τις περισσότερες φορές την επικοινωνία που ακολουθεί· πολλοί καβγάδες θα είχαν αποφευχθεί αν απλώς οι ομιλητές είχαν πάρει καλύτερη θέση νωρίτερα. Οι καλύτερες εξηγήσεις εξάλλου δίνονται πρόσωπο με πρόσωπο, σε αντίθεση με τις χειρότερες παρεξηγήσεις που δημιουργούνται πίσω απ’ την πλάτη σου. Καλό είναι να μη γυρνάς την πλάτη στην τύχη σου. Θα παρεξηγηθεί και απλώς θα σε εγκαταλείψει μια μέρα και συ θα καταντήσεις να κλαις την τύχη σου.

Κοίταζα επίμονα την γκόμενα, τόσο που τώρα είμαι σίγουρος πως αν έκλεινα τα μάτια θα την έβλεπα μπροστά μου με κάθε λεπτομέρεια. Για αρχή, χρειάζεται ένα περίγραμμα και αυτό ακριβώς έκανα διαγράφοντας τις καμπύλες του κορμιού της. Κατόπιν τα μάτια μου θα γινόντουσαν πινέλα και θα χρωμάτιζαν με όλη τη λαμπρότητα τη μορφή της, ζωγραφίζοντας στον κενό καμβά του μυαλού μου.

Κεφάλαιο 2ο: Η αποπλάνηση
Μα την αλήθεια ήμουν έτοιμος να σηκωθώ και να της μιλήσω, όταν με πρόλαβε ένας γέρος. Την πλησίασε απ’ το πλάι, της ψιθύρισε κάτι στο αφτί, εκείνη χαμογέλασε και μετά της άφησε μια κάρτα και αποσύρθηκε. Φαινόταν τόσο απλό. Δεν έμεινε όμως εκεί, αφού αμέσως μετά ήρθε προς το μέρος μου και μου είπε: «Σε βλέπω μικρέ εδώ και ώρα πώς κοιτάζεις λαίμαργα τα βυζιά της, σαν ένα λιγούρικο παιδί που χαζεύει τη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου. Το θέμα όμως είναι να πείσεις ότι ξέρεις τι θέλεις να κάνεις σε αυτό το ζευγάρι καταπληκτικών βυζιών. Έλα να με βρεις στο μοτέλ που μένω. Έχω κι άλλα να σου πω.». Άλλα; Αλλά τι άλλα;

Φυσικά και πήγα να τον βρω, δεν ήταν δα και δύσκολο. Επρόκειτο για την πιο κακόφημη πανσιόν της πόλης, με την υγρασία να την βλέπεις παντού μέσα της. Στους ποτισμένους τοίχους με τις ξεφτισμένες ταπετσαρίες που μύριζαν. Στα κούφια σωθικά τους που άκουγες μέσα τους, τους αρουραίους να τσιρίζουν και να χορεύουν πλατσουρίζοντας. Στο ταβάνι που έφτυνε βροχή. Ακόμη και στον αέρα που μύριζε μούχλα. Αυτό το κτίριο ήταν σαν ένα παξιμάδι βουτηγμένο στην ομίχλη.

Κεφάλαιο 3ο: Η διείσδυση
Τον βρήκα μέσα στο διαμέρισμά του. Βρωμοκοπούσε αλκοόλ από μακριά.
-Πες κάτι έξυπνο, μικρέ.
-Έξυπνο;
-Κάτι έξυπνο. Κάτι για μουνιά. Πώς αλλιώς θα είναι έξυπνο;
-Απόκρυφα με απόκρυφες σκέψεις. Και το αντίστροφο. Υπάρχουν δύο ειδών γυναίκες: Εκείνες που ψάχνουν για έναν δυνατό, στητό πούτσο και κείνες που τον βρίσκουν. Φυσικά και δεν το πίστευα, αλλά ο ανδρικός κώδικας υπαγορεύει κάποιες στιγμές να κάνεις τον μαλάκα για να μην σε περάσουν για μαλάκα. Ίσως αυτό και να κάνει κάποιους άνδρες να φαίνονται τόσο μαλάκες τελικά.
-Καλό… Το είπε με παρατεταμένο το “ό”, επιδοκιμαστικά, ζαλισμένος κι απ’ το πιοτό.
«Πιάσε ένα μπουκάλι ουίσκι τώρα» είπε ξεροβήχοντας. Έκανα όπως μου είπε και τότε γύρισα την πλάτη μου, αναγκαστικά για να βρω το ποτό. Όταν στράφηκα ξανά στο μέρος του, είδα εκείνον αυτή τη φορά με γυρισμένη την πλάτη και κατεβασμένα τα παντελόνια, να χαϊδεύει τα γυμνά οπίσθιά του.
-Έλα να μου τον καρφώσεις μικρέ.
Σάστισα.
-Πώς;
-Θέλω να με γαμήσεις.
Σιωπή.

Άρχισε να κλαίει. Ασταμάτητα. Τα δάκρια γινόντουσαν ένα με την υγρασία του χώρου. Τον έντυσα και τον έβαλα να ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Εγώ κοιμήθηκα σ’ έναν άθλιο καναπέ. Δεν είχα κάπου αλλού να πάω μέσα στη νύχτα.

Ξύπνησα το πρωί. Ο τύπος είχε μετακινηθεί απ’ το κρεβάτι κι είχε αποκοιμηθεί πλέον πάνω στο γραφείο παραδίπλα, με το λαμπατέρ ακόμη αναμμένο. Σηκώθηκα για να το σβήσω και τότε είδα ένα κομμάτι χαρτί δίπλα στο μάγουλό του. Η επικεφαλίδα έλεγε «Η μέρα που γάμησα τον μικρό». Οι πρώτες αράδες έγραφαν: «...πλησίασα τον μικρό και του είπα: "Υπάρχουν δύο ειδών γυναίκες: Εκείνες που ψάχνουν για έναν δυνατό, στητό πούτσο και κείνες που τον βρίσκουν"(...)». Δεν συνέχισα παρακάτω, μιας και άρχισα να συνειδητοποιώ την δικιά του εκδοχή. Στο κάτω μέρος είχε την υπογραφή του: «Τσαρλς Μπουκόφσκι».